Είναι απόσπασμα απο ένα βιβλίο που γράφω, βαρετό ίσως απο πολλούς μα σημαντικό για μένα, αν δεν σας κουράσει ελπίζω να το βρείτε έστω ανεκτό γιατί είναι ένα κομμάτι της ζωής μου, όταν ήμουν κορίτσι με όνειρα και ιδανικά Δημοκρατίας και πίστη για το μέλλον που θα άφηνα αργότερα στα παιδιά μου!
Χρόνια φοιτητικά στη Χούντα, μια σημαντική παρένθεση στην ιστορία της Ελλάδος που έτυχε να τη ζήσει σε όλο της το μεγαλείο, ακόμα και με τη σύλληψη κι ας μην είχε ανακατευτεί πουθενά.Η Κατερίνα ( συγκάτοικος μου)ήταν κόρη στρατιωτικού και αυτό την έκανε να περάσει δύσκολες στιγμές απο τους συμφοιτητές της που την απέφευγαν λες και ήταν ρετσινιά γι' αυτήν. Η Γ.....α στάθηκε δίπλα της όσο μπορούσε περισσότερο κρατώντας τις ισορροπίες ανάμεσα σ' αυτήν και στους φίλους τους.
Πολλοί συμφοιτητές της ήταν γραμμένοι σε μυστικές οργανώσεις και κάνανε την επανάσταση τους με δυναμικό τρόπο.Εκείνη δεν μπορούσε κάτι τέτοιο, ήτανε πάντα δειλή για τέτοια βήματα, φοβότανε και το τι αντίκτυπο θα είχε αυτό στους γονείς της αν την έπιαναν.Απλώς βοηθούσε με πιο πρακτικούς και βαρετούς για τους άλλους τρόπους συμμετέχοντας με δουλειά προσωπική και ανώδυνη... Ζωγράφιζε πανώ, αφίσες,σχεδίαζε αναρτήσεις, κάλυπτε απουσίες,έκανε εργασίες για άλλους που έχαναν τα μαθήματα .Οι φίλοι της την καταλάβαιναν, είχε πάντα κάτι που έκανε τους άλλους να θέλουν να την προστατέψουν.
Οι καιροί εκείνοι τους έφεραν κοντά και την έκαναν να αισθάνεται λιγότερο ξένη στη μεγαλούπολη των Αθηνών.Θυμότανε ακόμα με πανικό λες και γινόντουσαν ξανά τώρα τις αιφνίδιες εισόδους των Εσατζήδων στα στέκια τους για να συλλάβουν ένα κακόμοιρο φοιτητή που είχε την ατυχία να έχει έναν αδελφό αριστερό γραμμένο. Την πρώτη φορά που συνέβη μπροστά στα μάτια της σοκαρίστηκε, έτρεμε ολόκληρη και έβαλε τα κλάμματα.Ο Μάξιμος ένα συμφοιτητής της την αγκάλιασε απο τους ώμους.
-Σώπα, αυτό δεν είναι πρώτη φορά για το Τάσο..κάνε πως δεν βλέπεις και σκύψε τα μάτια μη νομίσουν οτι έχετε δεσμό και σε κουβαλήσουν μαζί του στο τμήμα...Του απάντησε σιγανά:
-Μα γιατί το κάνουν; Πότε θα τον αφήσουν;Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς άραγε;
Για πολύ καιρό αυτό το πράγμα το τόσο άσχημο σαν εμπειρία το είδε άπειρες φορές ακόμα και έξω απο την είσοδο της σχολής της. Προσαρμόστηκε λοιπόν με τα γεγονότα και την καθημερινή πάλη των νέων παιδιών που ότι έκανανήταν γιατί είχαν μέσα τους αγνότητα προθέσεωνκαι ιδανικών...Αργότερα είδε πολλούς ν' αλλάζουν, τα ιδανικά χαθήκανε, ο αγώνας για το καλύτερο μέλλον τους έγινε προσωπική μάχη και οι αγώνες για το σύνολο χάθηκαν κάπου στο δρόμο τους για επικράτηση.
Όταν έγιναν σοβαρά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου εκείνη ήταν στο αεροδρόμιο. Βέβαια απο τις προηγούμενες μέρες τα γεγονότα είχαν αρχίσει μα κανείς και ιδιαίτερα εκείνη δεν φανταζότανε πως θα εξελιχθούν τα πράγματα. Περίμενε να τους οδηγήσουν στην αίθουσα αναχωρήσεων όταν είδε και ένοιωσε οτι κάτι γινότανε..ανησυχία..ψύθηροι..Μερικοί έπαιρναν τις βαλίτσες τους και έφευγαν πίσω, άλλοι ρωτούσαν τους αεροσυνοδούς ...
Πήρε τηλέφωνο απο την αίθουσα αναμονής τη συγκάτοικο της στην Αθήνα και την άκουσε με αγωνία να της λέει να γυρίσει πίσω..μα ήταν αργά, οι πόρτες έκλεισαν και άρχισε βιαστικά η θεώρηση εισητηρίων.Πρόλαβε να της πει οτι έφευγε...
- Φεύγω Κατερίνα , έρχομαι εκεί, δεν μπορώ να γυρίσω , πεστο στη μητέρα μου, περίμενε με..
- Πρόσεχε, ο πατέρας μου είπε να μείνουμε σπίτι, έχω φρουρό έξω απο τη πόρτα.. η γραμμή νεκρώθηκε. Το τηλεφώνημα έμεινε στη μέση, οι αεροσυνοδοί κι εκείνοι χαμένοι στους δικούς τους φόβους χωρίς να ακούνε τις διαμαρτυρίες την έσπρωξαν σχεδόν στο αμαξάκι που τους οδήγησε στο αεροσκάφος. Έτσι βρέθηκε μέσα του με αγωνία για το τι θα συνέβαινε, φοβισμένη λες και απο διαίσθηση ένοιωθε οτι θα ζούσε μία περιπέτεια πέρα απο τα όρια της.
Στο αεροπλάνο επιστρέφοντας στην Αθήνα λοιπόν! Το ταξίδι της φάνηκε αιώνας, η καρδιά της σφιγμένη, σκεπτότανε τη μητέρα της ..θα είχε μάθει τα νέα..θα αγωνιούσε...
Όταν προσγειώθηκε είδε μια κατάσταση περίεργη, παντού διάχυτη μια ανησυχία, πηγαδάκια ανθρώπων( πράγμα που απαγορευότανε εκείνη την εποχή)μιλούσαν σιγανά ο ένας στον άλλο. Τους φορτώσανε στη κυριολεξία μέσα στο αυτοκίνητο της εταιρείαςχωρίς να προλάβει να πάρει τηλέφωνο στη φίλη της. Στη διαδρομή άκουγε όλους να μιλάνε και να σχολιάζουν μεταξύ τους όσα έβλεπαν η όσα φανταζόντουσαν οτι γινόντουσαν. Παντού στρατιώτες, τζιπ της ΕΣΑ και ξάφνου μπροστά τους ένα μπλοκο, κόσμο μαζεμένο στη σειρά για έλεγχο. Πανικός έπεσε σαν βόμβα μέσα στο όχημα και τότε έγινε κάτι που δεν περίμενε...ο οδηγός άνοιξε τη πόρτα και κατ'εβηκε.Ήταν αλήθεια ,τους παράτησε και έφυγε τρεχάτος...όλοι έχασαν τη ψυχραιμία τους, άλλοι έβριζαν, γυναίκες έκλαιγαν και η Γ.... βρέθηκε στους άδειους δρόμους της πόλης που σπούδαζε σε ώρα απαγόρευσης.
Προσπάθησε να προσανατολισθεί, επειδή έμενε εδώ και τρία χρόνια στην Αθήνα δεν σήμαινε οτι την ήξερε κι όλας καλά. Άρχισε να τρέχει προσπαθώντας να σταθεί σε ένα μέρος που περνούσαν τα αυτοκίνητα η κάποιο ταξί. Δεν είχε καταλάβει ακόμα το μέγεθος της σοβαρότητας της κατάστασης που ζούσε..γραφόταν ιστορία εκείνες τις ώρες! Σε λίγο διαπίστωσε οτι τα λεωφορεία δεν περνούσαν, περπάτησε αρκετά ρωτώντας συνέχεια όποιον βιαστικό άνθρωπο έβλεπε μπροστά της προς τα που έπρεπε να πάει για να βρεθεί στο Παγκράτι. Όλοι ήταν ξαφνιασμένοι, τρομαγμένοι, οι μεγάλοι ένοιωθαν να ξυπνάνε μνήμες απο το χρονοντούλαπο, μια ηλικειωμένη γυναίκα σχεδόν έκλαιγε:
- Αχ! κοριτσάκι μου τι μας βρήκε, έτσι μας κυνηγούσανε οι Γερμανοί...αλλοίμονο μας αν ξαναγίνουμε έτσι...χωρίζεται η Ελλάδα παιδί'μ! Ένοιωσε την ανάγκη να της καθησυχάσει :
- Μη φοβάστε, είναι κάτι προσωρινό, όλα θα πάνε καλά , θα δείτε..
Βρέθηκε σε μια διασταύρωση μεγάλων δρόμων και στήθηκε σαν χαμένη με τη μικρή βαλιτσούλα της στο χέρι προσπαθώντας να βρει μέσον για να πάει στο σπίτι της, θαρρείς και έχασε κάθε γνώση της για το μέρος που ζούσε τα 3 τελευταία χρόνια...Έβαλε τα κλάμματα, ένοιωθε ευάλωτη , φοβισμένη και ολομόναχη. Ξαφνικά μια κούρσα σταμάτησε μπροστάτης σχεδόν γεμάτη και ο οδηγός την ρώτησε βιαστικά:
- Που πας κορίτσι μου, υπάρχει σε 10 λεπτά απαγόρευση κυκλοφορίας, το λένε τα ραδιόφωνα..
-Παγκράτι..πάω Παγκράτι κύριε..
-Μπες μέσα γρήγορα..η πόρτα άνοιξε μπροστά της και χώθηκε με ζόρι μέσα στριμωγμένα, στην αγκαλιά της η μικρή της βαλιτσούλα, ψέλλισε δειλά:
- Καλησπέρα σας, είμαι φοιτήτρια, είμαι απο τη Θεσσαλονίκη, τα έχω χάσει λίγο...Οδηγούσε χωρίς να μιλά κανείς , όλοι είχαν τα μάτια καρφωμένα στους δρόμους αμίλητοι, μόνοι με τις σκέψεις και τους φόβους τους. Ξαφνικά σταμάτησαν..
-Εδώ μπορώ να σε αφήσω για να συνεχίσω..καλή τύχη μικρή!
Κατέβηκε και είδε το αυτοκίνητο να χάνεται γρήγορα στην άκρη του δρόμου και ένοιωσε σαν να έχανε ένα συγγενή. Στεκώτανε σαν χαμένη με το βαλιτσάκι της που το ένοιωθε σαν βάρος πια στα χέρια της, τα μάτια της έψαχναν για έναν τηλεφωνικό θάλαμο να πάρει τη φίλη της..άρχισε να προσανατολίζεται, βρήκε τους δρόμους και άρχισε να προχωρά προς εκεί που θα την οδηγούσε στη γειτονιά τους. Οι άδειοι δρόμοι της προκαλούσαν πανικό ένοιωθε το αίμα της να παγώνει έφθασε σε μια μικρή πλατεία ..λίγο ακόμα ήθελε...όταν ξαφνικά είδε έναν νεαρό να τρέχει πανικόβλητος! Τα μάτια τους διασταυρώθηκαν, αυτή η ιστορία εξελίχθηκε μπροστά της αστραπιαία, την στοίχειωσε και την ακολούθησε σε όλη της τη ζωή. Πίσω απο το νεαρό φάνηκε ένα τζιπ απο Εσατζήδες, κατέβηκαν και του έκοψαν το δρόμο, τον στρίμωξαν στο τοίχο και άρχισαν να τον χτυπούν με ένα μικρό ρόπαλο.Το ξύλο που του έδιναν, οι κλωτσιές , το αίμα την τρομοκράτησαν, άρχισε να φωνάζει, ούρλιαζε σχεδόν:
- Τέρατα τι του κάνετε, θα τον σκοτώσετε..γιατί τον χτυπάτε; τι σας έκανε;
Η φωνή της τους τράβηξε τη προσοχή και ήταν αρκετό στο νεαρό να ξεφύγει απο το τοίχο και να το βάλει στα πόδια, η Γ..... τον είδε να τρέχει σαν τρομαγμένο ζώο και δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πόσο διαφορετικός γίνεται ο άνθρωπος όταν απειλείται η ζωή του. Τότε έγινε κάτι που που μόνο σε ταινίες είχε δει, κάτι που ποτέ δεν φανταζότανε, κάτι που θυμάται πάντα τέτοιες μέρες...Ο ανώτερος απο την ομάδα έβγαλε το όπλο του και πυροβόλησε, τι θόρυβος Θεέ μου, τον είδε να πέφτει μες τα αίματα, τσίριξε, ένοιωσε πανικό, δεν ήταν δυνατόν..δεν μπορούσε να συμβαίνει κάτι τέτοιο μπροστά της.. Ήταν ένας απο τους νεκρούς... είδε απο μακρυά δυο άλλους που είδαν τη σκηνή να το βάζουν στα πόδια..Εκείνη έμεινε ακίνητη, δεν μπορούσε να κουνηθεί άλλο.
Ήρθαν κοντά της με φωνές και άρχισαν να την χτυπούν στην αρχή ελαφρά ζητώντας τη ταυτότητα της. θυμάται τον άξεστο εκείνο νεαρό οπλισμένο με το θράσος και τη δύναμη που του έδινε το σήμα της ΕΣΑνα κοιτά στιγμιαία την ταυτότητα της.
- Τσογλανάκι, Αριστερό είσαι; φοιτήτρια καλλιτέχνης ε! κάτι τέτοιες έχουν κλειστεί μέσα στο Πολυτεχνείο και κάνουν τις έξυπνες, κάνουν όργια..πουτανάκι.. της άστραψε ένα δυνατό χαστούκι, ζαλίστηκε..πρώτη φορά την χτυπούσαν, τρόμαξε μα συγχρόνως ένοιωσε οργή.
- Είμαι... απο τη Θεσσαλονίκη ... πρόλαβε να πει.
Την άρπαξαν και την οδήγησαν στο τζιπ, έχασε την ισορροπία της και έκανε κάποια βήματα λες και έφευγε.Την χτύπησαν με τον υποκόπανο στη κοιλιά, ήταν χειρουργημένη πριν λίγο καιρό απο κύστεις στις ωοθήκες.Της ήρθε να κάνει εμμετό δεν ήξερε αν ήταν απο το πόνο ή απο το τρόμο της.Δεν κατάλαβε πότε την οδήγησα στο τμήμα, στη διαδρομή ο ένας έβαλε το χέρι του μέσα απο τη μπλούζα της , τραβήχτηκε και έφαγε και άλλο χαστούκι γι' αυτό.Νόμιζε οτι όλα γινόντουσαν σε κάποιο άλλο άτομο και όχι σε εκείνην.Ζούσε στο όνειρο κάποιας άλλης σκέφτηκε, θα ξυπνούσε και όλα θα γινόντουσαν όπως παλιά, εκείνη στη σχολή, οι φίλες της, τα μαθήματα, η ζωγραφική...
Μπήκαν σε ένα κτίριο με ατελείωτους διαδρόμους που οδηγούσαν σε μια σκάλα και απο εκεί στο υπόγειο ..'οπως οι ταινίες πρόλαβε να σκεφτεί.. Έβλεπε κελιά με σίδερα ανοιχτά , όλα όμως γεμάτα. Άκουγε φωνές, κλάμματα, απο κορίτσια κυρίως, βρισιές, χτυπήματα , ουρλιαχτά , γέλια απο τους στρατιώτες.Πως μπορεί η εξουσία να αλοιώνει έτσι την ανθρώπινη συνείδηση σκέφτηκε και έκλαψε βουβά μέσα της. Την είδε κάποιος ανώτερος όπως κατάλαβε απο τα γαλόνια του ,ένοιωσε μια ξαφνική ελπίδα οτι θα έκανε κάτι να την σώσει απο όλα αυτά μα η ματιά του ήταν παγερή , αδιάφορη ...σαν τη καρδιά του ..της ψυθήρισε η φωνή μέσα της. Δεν άκουσε ούτε τη διαμαρτυρία της κι εκείνος που την κρατούσε απο τους ώμους την έσπρωξε μέσα σε ένα κελί χτυπώντας την πάλι. Διπλώθηκε στα δύο, πονούσε η κοιλιά της, άνοιξε με τρόπο το παντελόνι της και είδε οτι η εγχείρηση της είχε ανοίξει, τα ράμματα έστω και κλεισμένα ανοίξανε...αργότερα αναγκάστηκε να κάνει πλαστική γι' αυτό.
- Θα τα πούμε σύντομα κουμούνι αναρχικό, θα έρθει και η σειρά σου για να δούμε τι καπνό φουμάρεις..
Θεέ μου , έτρεμε απο το φόβο της, πονούσε , ένοιωθε πανικό καθώς άκουγε τις φωνές και τις κραυγές πόνου, όλα εκείνα που δεν πίστευε ποτέ οτι θα άκουγε παρά μόνο σε ταινία και θα έκλεινε τα μάτια. Μέσα στο τρόμο της το χάρισμα που είχε να αποστασιοποιείται απο τις καταστάσεις όταν χρειαζότανε και να τις αντιμετωπίζει με ψυχρή λογική λειτούργησε άμμεσα εκείνη τη δύσκολη στιγμή και κατάφερε να βάλει φρένο στο πανικό της .Ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό της απο έξω απέναντι της σαν ένα δεύτερο άτομο.
- Σταμάτα , άκουσε τη φωνή μέσα της, κάνε κάτι, τώρα όσο είναι νωρίς, σκέψου..σκέψου...
Αυτό έφερε το αποτέλεσμα που είχε ανάγκη, ηρέμησε, έπαψε να κλαίει και σκέφτηκε τι μπορούσε να κάνει. Πήγε στη πόρτα και άρχισε να φωνάζει όσο μπορούσε πιο εκνευρισμένη:
- Ε! εσεις, κάνατε το λάθος της ζωής σας, είμαι η ανεψιά του συνταγματάρχη Χ.........., πάρτε μου τώρα το σπίτι του , θα σας πω το τηλέφωνο, θέλω να μιλήσω στη κόρη του , τη ξαδέλφη μου, πάρτε την τηλέφωνο , ΤΩΡΑ. Με περίμεναν απο το αεροδρόμιο , θα ανησυχούν , θα του τα πω όλα , πως με φερθήκατε κτήνη..θα δείτε εσείς τι θα πάθετε..
Μεταχειρίστηκε μια βοήθεια που τόσα χρόνια δεν εκμεταλεύτηκε ποτέ, το γεγονός οτι η φίλη της Κατερίνα απο το Λύκειο, η συγκάτοικος της , είχε πατέρα τον συνταγματάρχη Χ......., υπασπιστής τότε σε σημαντικό στέλεχος της 4αρχείας .Ο πατέρας της στη κυριολεξία τη λάτρευε και ήταν η μόνη που άφησε να μείνει η κόρη του στη Θεσσαλονίκη όταν πήρε εκέινος την μετάθεση του για Αθήνα στην αρχή της 6ης Λυκείου.
Οι φωνές και οι απειλές της έφεραν το αποτέλεσμα που ήλπιζε, τους είδα να συζητούν , να την δείχνουν , να μιλούνε μέσα στα δόντια τους μα στο τέλος να παίρνουν το τηλέφωνο που τους έδωσε.Ρώτησαν ποιό σπίτι ήταν και αμέσως τους είδε να χλωμιάζουν. Σαύρες σιχαμένες σκέφτηκε, θα μπορούσα να σας λιώσω με το παπούτσι μου θρασύδειλα πλάσματα..κάνατε το καμπόσο σε μια κοπέλα και λιώσατε μπροστά στο όνομα ενός στρατιωτικού.
Την οδήγησαν στο τηλέφωνο και με χέρια που έτρεμαν σχημάτισε το νούμερο στο καντράν, τα δάχτυλα της γλυστρούσαν μέσα στις μικρές τρύπες απο τα νούμερα μα κατάφερε να σχηματίσει τον αριθμό. Αιώνας της φάνηκαν οι τρεις χτύποι μέχρι να σηκώσει η Κατρείνα το τηλέφωνο. Η φωνή της της φάνηκε ψαλμωδία αγγέλου...
- Κατερίνα σώσε με ..ε'ίμαι στην ασφάλεια μάλλον, είμαι σε ένα τμήμα, με χτύπησαν , τους είπα οτι είμαι..η ανεψιά σας , η ξαδέλφη σου, οτι ο πατέρας σου είναι θείος μου..κάνε γρήγορα Κατερίνα ..φοβάμαι..
- Μη φοβάσαι κορίτσι μου, έχω στο σπίτι ασύρματο, μου έβαλαν φρουρό έξω απο τη πόρτα , μάλλον ο μπαμπάς μου... θα κάνω τα πάντα , δώσε μου τον ανώτερο στο τηλέφωνο, δώσε μου κάποιον να μιλήσω..
Τους είδε να ακούνε με κάποια ενόχληση τα όσα τους έλεγε και κλείνοντας το τηλέφωνο να βρίζουν στα μουλωχτά. Ανάπνευσε πιο ήσυχα, ήξερε οτι θα γλύτωνε γρήγορα..και έτσι έγινε. Η βοήθεια ήρθε σχεδόν αστραπιαία, την οδήγησαν σε ένα τζιπ που ήρθε μόνον για εκείνην, την πήγε στο σπίτι τους που έμεναν τα δυο κορίτσια. Η Κατερίνα την περίμενε στη πόρτα , την αγκάλιασε , τη φίλησε σαν αδελφή..ανάμικτα τα συναισθήματα.. απολογητικά της είπε:
- Σου είπα να μη ξεκινήσεις..δεν φταίω εγώ..δεν ξέρω τι να σου πω...εννοούσε τη κατάσταση που ήταν μπλεγμένος ο πατέρας της, μα τι έφταιγες αυτή; τους γονείς μας δεν τους διαλλέγουμε, τους αγαπάμε όπως και ότι κι αν είναι...
Στην Γ...στοιχειώνει ακόμα η στιγμή που ανέβαινε τα σκαλιά του υπογείου φύγοντας απο εκεί σχεδόν εγωιστικά χαρούμενη ενώ πίσω της άφηνε φοιτητες, εργάτες, πολίτες απλούς..άφηνε πόνο, κλάμματα, αδικία, πληγές, άφηνε απομεινάρια της ανθρώπινης φύσης να δείχνουν την άσχημη πλευρά τους σε ανυπεράσπιστους..Έφυγε απο εκεί παίρνοντας μαζί και τις τύψεις της που ήταν τόσο δειλή και δεν μπορούσε να μείνει κοντά τους , μα όπως είπε..δεν ήταν ηρωίδα..ένα απλό κορίτσι ήταν φοβισμένο.. σάρκα απλή..υπόλογος της ανθρώπινης φύσης της.
Εκείνη τη μέρα άκουσαν απο τον ασύρματο πρώτοι απ΄όλους τη φωνή του Πολυτεχνείου, το τανκς που έμπαινε, τις κραυγές..αγκαλιαστήκανε και κλάψανε μαζί οι δύο φίλες, κλάψανε πικρά η κάθε μια για το δικό της λόγο.
Την επόμενη μέρα το τζιπ την οδήγησε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο και μια Ντακότα την πήγε στη Θεσσαλονίκη, τόσο μέσον είχε ο πατέρας της. Ήταν τόση η επιθυμία να βρεθεί στην ασφάλεια του σπιτιού της 'ωστε παράβλεψε ηθελημένα ότι έννοιωθε και τη ντροπή της που εκείνη στάθηκε τυχερή ενώ την ίδια ώρα σε πολλά κρατητήρια θαύονταν παιδιά, κλαίγανε μανάδες σε βασανισμένα παιδιά που δεν είχαν το δικαίωμα ούτε το δίκιο τους να βρουν.
Δυστυχώς αυτά τα καθεστώτα μόνο κακές εμπειρίες και αναμνήσεις μπορούν να δώσουν σε κάθε πλευρά. Αλλάζουν χαρακτήρες, σχέσεις ανθρώπων στιγματίζονται , διαβρώνουν προσωπικότητες, δημιουργούν έχθρες και διάθεση για εκδίκηση. Η Χούντα έφερε κάτι το διαφορετικό στη ζωή όλων όσων είχαν τη συνείδηση να καταλάβουν το τι άφησε πίσω της , τους άλλαξε προς το κακό και προς το καλό ανάλογα με τις επιλογές που είχες κάνει στις ημέρες της και στις ιδέες που είχες αποκομίσει απο αυτές.
Σήμερα αρκετά χρόνια μεγαλύτερη δεν νοιώθω να γιορτάζεται κάτι με το τρόπο που θα ήθελα να γιορταστεί. Ήθελα Δημοκρατία, ήθελα σωστή Παιδεία, ήθελα Δικαιοσύνη και ιση απολαβή αξιών , ήθελα αναγνώριση αυτών που χαθήκανε όχι με διαδηλώσεις και καταστροφές , ούτε με τραγούδια και συναυλίες παρωδείες.. αλλά με σωστή πολιτεία .
Το όνειρο μου έμεινε εκέι κάτω σ' αυτούς που δειλά άφησα πίσω μου κι εγώ συνέχισα ...σαν κι αυτούς που υποκριτικά κρίνω...........

